κείμενο: Χάρης Βεκρής
φωτογραφίες: Μιχάλης Ρίχτερ

ελληνικά εστιατόρια

 

Τα ελληνικά εστιατόρια (ταβέρνες) πρωτοεμφανίζονται στη Γερμανία στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Σήμερα, σε ολόκληρη τη Γερμανία τα ελληνικά εστιατόρια (συμπεριλαμβανομένων και των «Imbiß», κάτι σαν ελληνικά σουβλατζίδικα) υπολογίζονται σε 7.000, με 350 και πλέον από αυτά να βρίσκονται στην ευρύτερη περιοχή του Μονάχου. Αξιοσημείωτο είναι πως ένας μεγάλος αριθμός όσων απασχολούνται σε ελληνικά εστιατόρια του Μονάχου – πάνω από το 10% σε σύνολο 8.000 ατόμων – προέρχεται από το Νεοχώρι Τρικάλων, Δήμος Οιχαλίας. Τα περισσότερα απ’ αυτά τα εστιατόρια άνοιξαν δειλά – δειλά απ’ τους πατεράδες και τους θειους των σημερινών ιδιοκτητών τους, που κατάφεραν να προσελκύσουν και να κρατήσουν τους γερμανούς πελάτες τους, βασικά με έναν τρόπο: κερνώντας τους άφθονο ούζο!

Το ούζο βέβαια, δεν είναι το μόνο προϊόν που προμηθεύονται από την πατρίδα τα εστιατόρια των ελλήνων της Γερμανίας. Η φέτα, το κρασί, το λάδι, τα όσπρια και πολλά ακόμα προϊόντα της ελληνικής γης που σερβίρονται στα μαγαζιά τους, εισάγονται από την Ελλάδα. Το γεγονός αυτό αναδεικνύει τον κλάδο σε σημαντικό τροφοδότη της ελληνικής οικονομίας, τη στιγμή μάλιστα που μεγάλο μέρος των εισοδημάτων των 50.000 απασχολούμενων σε ελληνικά εστιατόρια – κυρίως ελλήνων που ζουν πλέον στην Γερμανία – επιστρέφει στη χώρα ως επένδυση σε αγορά οικοπέδων, επισκευή ή κατασκευή κατοικιών και τουρισμό. Παρότι όμως, όπως λένε οι ίδιοι, τα ελληνικά εστιατόρια στο εξωτερικό είναι το μεγαλύτερο εργοστάσιο χωρίς καμία απεργία, το ελληνικό κράτος δεν τους έχει προσφέρει τις φοροαπαλλαγές που δικαιούνται.

Η συντριπτική πλειοψηφία (80-85%) των ελλήνων εστιατόρων του Μονάχου συνεχίζει να κερνά το ούζο, όπως το βρήκαν από τους πατεράδες τους. Οι περισσότεροι κερνάνε το ούζο μετά το φαγητό, ενώ κάποιοι – πολύ λιγότεροι – κερνάνε τους πελάτες τους ούζο πριν, αλλά και μετά το φαγητό. Το κερασμένο από το μαγαζί ούζο προσφέρεται χειμώνα – καλοκαίρι και αποτελεί πλέον άγραφο νόμο, αφού ο γερμανός πελάτης θεωρεί δεδομένο πως μαζί με το λογαριασμό θα του έρθουν στο τραπέζι – κερασμένα από το μαγαζί – και τόσα σφηνάκια ούζου, όσα και τα ενήλικα άτομα της παρέας. Και για να εξηγούμαστε: όταν μιλάμε για «κέρασμα» στη Γερμανία, δεν μιλάμε για κάτι που συνηθίζεται, αφού το δωρεάν φυστικάκι που συνοδεύει απαραίτητα τη μπύρα σε όλα τα μαγαζιά της χώρας μας, στη Γερμανία είναι κάτι αδιανόητο.

Τη στιγμή όμως που οι φόροι και τα μεταφορικά ανά φιάλη ούζου που φθάνει στη Γερμανία πλησιάζουν τα 4 ευρώ, το να δωρίζει μια επιχείρηση κάτι το οποίο έχει ήδη πληρώσει ακριβά, δεν είναι κάπως παράλογο; Παρότι όλοι οι ιδιοκτήτες ελληνικών εστιατορίων του Μονάχου συμφωνούν πως το κερασμένο ούζο είναι μια συνήθεια που θα πρέπει σιγά – σιγά να περιοριστεί, ο ανταγωνισμός μεταξύ τους υπερισχύει, με αποτέλεσμα η ποσότητα του ούζου που προσφέρεται για κέρασμα να κυμαίνεται στα 8 με 10 μπουκάλια των 700ml ανά εστιατόριο κάθε Σαββατοκύριακο. Δυστυχώς, η πρακτική αυτή έχει σαν συνέπεια την προώθηση ούζων τα οποία είναι ιδιαίτερα χαμηλής τιμής, πολλά από τα οποία – ειδικά για την αγορά της Γερμανίας – είναι ετικέτες own label.

Το ότι το ούζο – παρότι καθαρόαιμο apéritif – προσφέρεται από τους ομογενείς μας στη Γερμανία ως digestif, το προσπερνάμε. Όμως, το ότι το κερασμένο ούζο βγαίνει στο τραπέζι σκέτο, σε σφινάκι, παγωμένο και με τα έλαια του γλυκάνισου να έχουν στερεοποιηθεί σε μορφή κρυστάλλων από την κατάψυξη… ε αυτό, συγνώμη, αλλά είναι κάτι που αδικεί τη φιλοσοφία, τον χαρακτήρα και εντέλει την πραγματική απόλαυση του εθνικού μας ποτού. Όσο για το «κάθε ούζο στο ποτήρι του» ούτε συζήτηση, αφού το περιεχόμενο «θέλει να κρατήσει την ανωνυμία του».

Με νοικοκυρεμένο ελληνικό και ζεστό περιβάλλον, οι ταβέρνες του Μονάχου είναι ένα φιλόξενο κομμάτι Ελλάδας στην πόλη της μπύρας που συμβάλει ποικιλοτρόπως στη στήριξη της ελληνικής οικονομίας. Η αγορά του ούζου στην περιοχή, αλλά και σε ολόκληρη τη Γερμανία – όπως όλα δείχνουν – έχει ακόμα μεγάλα περιθώρια ανάπτυξης, αρκεί οι γερμανοί πελάτες να βοηθηθούν στο να γνωρίσουν και να εκτιμήσουν το ποιοτικό ούζο, αλλά και τους παραδοσιακούς τρόπους σερβιρίσματος και κατανάλωσης που ισχύουν στη χώρα προέλευσης του.
Tschüss und auwiedersehen.

Tip: Η πιο παλιά ταβέρνα του Μονάχου είναι ο ΚΥΚΛΟΣ, ενώ το NAXOS TAVERNA που άνοιξε το 1984 κατέχει την πρώτη θέση στην κατηγορία «ελληνικά εστιατόρια του Μονάχου», σύμφωνα με τις κριτικές των μελών του Tripadvisor.

Ευχαριστούμε για τις πολύτιμες πληροφορίες, τους: Πάνο Παπανικολάου, εμπορικό διευθυντή, Μανώλη Ντέμη, υπεύθυνο πωλήσεων Δυτικής Ευρώπης και Βασίλη Πάνια Μarketing & Sales της Ποτοποιίας Ούζο Πλωμαρίου Ισιδώρου Αρβανίτου, καθώς και τον Νίκο Γατσούλη, ιδιοκτήτη του NAXOS TAVERNA .

FacebookTwitterGoogle PlusPinterest